αξιολύπητος
•
- που είναι άξιος της λύπης μας, που βρίσκεται σε μια κατάσταση που προκαλεί τη συμπόνια μας Βικιλεξικό
- που προκαλεί την περιφρόνηση λόγω της ανεπάρκειάς του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιολύπητος < αξιο- + λύπη + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιολύπητος | αξιολύπητη | αξιολύπητο |
| Γενική | αξιολύπητου | αξιολύπητης | αξιολύπητου |
| Αιτιατική | αξιολύπητο | αξιολύπητη | αξιολύπητο |
| Κλητική | αξιολύπητε | αξιολύπητη | αξιολύπητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιολύπητοι | αξιολύπητες | αξιολύπητα |
| Γενική | αξιολύπητων | αξιολύπητων | αξιολύπητων |
| Αιτιατική | αξιολύπητους | αξιολύπητες | αξιολύπητα |
| Κλητική | αξιολύπητοι | αξιολύπητες | αξιολύπητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →