Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξονικός

/a.kso.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με άξονα ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
  2. ιστορίαπου έχει σχέση με τον Άξονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική axonique < αρχαία ελληνική ἄξων, ἀξον- [νέα ελληνικά άξον(ας)] + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξονικόςαξονικήαξονικό
Γενικήαξονικούαξονικήςαξονικού
Αιτιατικήαξονικόαξονικήαξονικό
Κλητικήαξονικέαξονικήαξονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξονικοίαξονικέςαξονικά
Γενικήαξονικώναξονικώναξονικών
Αιτιατικήαξονικούςαξονικέςαξονικά
Κλητικήαξονικοίαξονικέςαξονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →