αξονικός
•
- που έχει σχέση με άξονα ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
- ιστορίαπου έχει σχέση με τον Άξονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική axonique < αρχαία ελληνική ἄξων, ἀξον- [νέα ελληνικά άξον(ας)] + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξονικός | αξονική | αξονικό |
| Γενική | αξονικού | αξονικής | αξονικού |
| Αιτιατική | αξονικό | αξονική | αξονικό |
| Κλητική | αξονικέ | αξονική | αξονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξονικοί | αξονικές | αξονικά |
| Γενική | αξονικών | αξονικών | αξονικών |
| Αιτιατική | αξονικούς | αξονικές | αξονικά |
| Κλητική | αξονικοί | αξονικές | αξονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →