απέκκριση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απεκκρίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απέκκριση < απεκκρίνω + -ση < ελληνιστική κοινή ἀπεκκρίνω < αρχαία ελληνική ἀπό + ἐκκρίνω < ἐκ + κρίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απέκκριση | απεκκρίσεις |
| Γενική | απέκκρισης | απεκκρίσεων |
| Αιτιατική | απέκκριση | απεκκρίσεις |
| Κλητική | απέκκριση | απεκκρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →