απεκκρίνω
•
- φυσιολογίααποβάλλω μέσω ειδικών οργάνων άχρηστες ή βλαπτικές ουσίες που προκύπτουν από τον μεταβολισμό ή την πρόσληψη εξωτερικών ουσιών Βικιλεξικό
- Οι νεφροί απεκκρίνουν το ουρικό οξύ προκειμένου να διατηρηθεί η χημική ισορροπία στον οργανισμό.
Ετυμολογία
απεκκρίνω < ελληνιστική κοινή ἀπεκκρίνω < αρχαία ελληνική ἐκκρίνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική excréter)
Άλλοι τύποι
απεκκρίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →