απέρατος
•
- αδιάβατος, απέραστος, που δεν μπορεί να περαστεί Βικιλεξικό
- ποταμός απέρατος
- μονοπάτια απέρατα
Ετυμολογία
απέρατος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπέρατος < περνῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + περατός.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →