περάτης
•
- ο διαβάτης, αυτός που περνάει στο δρόμο Βικιλεξικό
- οδηγός πορθμείου Βικιλεξικό
- μοχλός από ξύλο για πόρτα, που προσαρμοζόταν με εμβολή κι όχι με κάρφωμα, αμπάρα, σύρτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περάτης < (αρχαία) περῶ (: περνώ, διασχίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περάτης | περάτες |
| Γενική | περάτη | περατών |
| Αιτιατική | περάτη | περάτες |
| Κλητική | περάτη | περάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →