Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαγκιστρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απαγκίστρωση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαγκιστρωτικός < απαγκιστρώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαγκιστρωτικόςαπαγκιστρωτικήαπαγκιστρωτικό
Γενικήαπαγκιστρωτικούαπαγκιστρωτικήςαπαγκιστρωτικού
Αιτιατικήαπαγκιστρωτικόαπαγκιστρωτικήαπαγκιστρωτικό
Κλητικήαπαγκιστρωτικέαπαγκιστρωτικήαπαγκιστρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαγκιστρωτικοίαπαγκιστρωτικέςαπαγκιστρωτικά
Γενικήαπαγκιστρωτικώναπαγκιστρωτικώναπαγκιστρωτικών
Αιτιατικήαπαγκιστρωτικούςαπαγκιστρωτικέςαπαγκιστρωτικά
Κλητικήαπαγκιστρωτικοίαπαγκιστρωτικέςαπαγκιστρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →