απαγκιστρώνω
•
- κυριολεκτικάβγάζω από το αγκίστρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπελευθερώνω, χειραφετώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαγκιστρώνω < απο- + αγκίστρι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαγκιστρώνω | απαγκιστρώνεις | απαγκιστρώνει | απαγκιστρώνουμε | απαγκιστρώνετε | απαγκιστρώνουν / απαγκιστρώνουνε |
| Παρατατικός | απαγκίστρωνα | απαγκίστρωνες | απαγκίστρωνε | απαγκιστρώναμε | απαγκιστρώνατε | απαγκίστρωναν / απαγκιστρώναν / απαγκιστρώνανε |
| Αόριστος | απαγκίστρωσα | απαγκίστρωσες | απαγκίστρωσε | απαγκιστρώσαμε | απαγκιστρώσατε | απαγκίστρωσαν / απαγκιστρώσαν / απαγκιστρώσανε |
| Μέλλοντας | θα απαγκιστρώνω / θα απαγκιστρώσω | θα απαγκιστρώνεις / θα απαγκιστρώσεις | θα απαγκιστρώνει / θα απαγκιστρώσει | θα απαγκιστρώνουμε / θα απαγκιστρώσουμε | θα απαγκιστρώνετε / θα απαγκιστρώσετε | θα απαγκιστρώνουν / θα απαγκιστρώνουνε / θα απαγκιστρώσουν / θα απαγκιστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαγκιστρώσει | έχεις απαγκιστρώσει | έχει απαγκιστρώσει | έχουμε απαγκιστρώσει | έχετε απαγκιστρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαγκιστρώσει | είχες απαγκιστρώσει | είχε απαγκιστρώσει | είχαμε απαγκιστρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνω / να απαγκιστρώσω | να έχεις απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνεις / να απαγκιστρώσεις | να έχει απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνει / να απαγκιστρώσει | να έχουμε απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνουμε / να απαγκιστρώσουμε | να έχετε απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνετε / να απαγκιστρώσετε | να απαγκιστρώνουν / να απαγκιστρώνουνε / να απαγκιστρώσουν / να απαγκιστρώσουνε |
| Προστακτική | — | απαγκίστρωνε / απαγκίστρωσε | — | — | απαγκιστρώνετε / απαγκιστρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →