Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαγκιστρώνω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάβγάζω από το αγκίστρι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαπελευθερώνω, χειραφετώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαγκιστρώνω < απο- + αγκίστρι + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπαγκιστρώνωαπαγκιστρώνειςαπαγκιστρώνειαπαγκιστρώνουμεαπαγκιστρώνετεαπαγκιστρώνουν / απαγκιστρώνουνε
Παρατατικόςαπαγκίστρωνααπαγκίστρωνεςαπαγκίστρωνεαπαγκιστρώναμεαπαγκιστρώνατεαπαγκίστρωναν / απαγκιστρώναν / απαγκιστρώνανε
Αόριστοςαπαγκίστρωσααπαγκίστρωσεςαπαγκίστρωσεαπαγκιστρώσαμεαπαγκιστρώσατεαπαγκίστρωσαν / απαγκιστρώσαν / απαγκιστρώσανε
Μέλλονταςθα απαγκιστρώνω / θα απαγκιστρώσωθα απαγκιστρώνεις / θα απαγκιστρώσειςθα απαγκιστρώνει / θα απαγκιστρώσειθα απαγκιστρώνουμε / θα απαγκιστρώσουμεθα απαγκιστρώνετε / θα απαγκιστρώσετεθα απαγκιστρώνουν / θα απαγκιστρώνουνε / θα απαγκιστρώσουν / θα απαγκιστρώσουνε
Παρακείμενοςέχω απαγκιστρώσειέχεις απαγκιστρώσειέχει απαγκιστρώσειέχουμε απαγκιστρώσειέχετε απαγκιστρώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απαγκιστρώσειείχες απαγκιστρώσειείχε απαγκιστρώσειείχαμε απαγκιστρώσει——
Υποτακτικήνα έχω απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνω / να απαγκιστρώσωνα έχεις απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνεις / να απαγκιστρώσειςνα έχει απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνει / να απαγκιστρώσεινα έχουμε απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνουμε / να απαγκιστρώσουμενα έχετε απαγκιστρώσει / να απαγκιστρώνετε / να απαγκιστρώσετενα απαγκιστρώνουν / να απαγκιστρώνουνε / να απαγκιστρώσουν / να απαγκιστρώσουνε
Προστακτική—απαγκίστρωνε / απαγκίστρωσε——απαγκιστρώνετε / απαγκιστρώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →