απαγωγικός
•
- που από κάτι γενικό οδηγείται σε κάτι το ειδικό Βικιλεξικό
- απαγωγικός συλλογισμός
Ετυμολογία
απαγωγικός < απάγω, απαγωγή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαγωγικός | απαγωγική | απαγωγικό |
| Γενική | απαγωγικού | απαγωγικής | απαγωγικού |
| Αιτιατική | απαγωγικό | απαγωγική | απαγωγικό |
| Κλητική | απαγωγικέ | απαγωγική | απαγωγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαγωγικοί | απαγωγικές | απαγωγικά |
| Γενική | απαγωγικών | απαγωγικών | απαγωγικών |
| Αιτιατική | απαγωγικούς | απαγωγικές | απαγωγικά |
| Κλητική | απαγωγικοί | απαγωγικές | απαγωγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →