Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαγωγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που από κάτι γενικό οδηγείται σε κάτι το ειδικό Βικιλεξικό
    • απαγωγικός συλλογισμός

Ετυμολογία

απαγωγικός < απάγω, απαγωγή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαγωγικόςαπαγωγικήαπαγωγικό
Γενικήαπαγωγικούαπαγωγικήςαπαγωγικού
Αιτιατικήαπαγωγικόαπαγωγικήαπαγωγικό
Κλητικήαπαγωγικέαπαγωγικήαπαγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαγωγικοίαπαγωγικέςαπαγωγικά
Γενικήαπαγωγικώναπαγωγικώναπαγωγικών
Αιτιατικήαπαγωγικούςαπαγωγικέςαπαγωγικά
Κλητικήαπαγωγικοίαπαγωγικέςαπαγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →