Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγωγικός

/pa.ɾa.ɣo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την παραγωγή Βικιλεξικό
  2. αυτός του οποίου η παραγωγή έχει απόδοση Βικιλεξικό
  3. δημιουργικός Βικιλεξικό
  4. λογικήσυλλογισμός που ξεκινάει από το γενικό και καταλήγει στο μερικό, σε λεπτομέρειες. Βικιλεξικό
  5. γραμματικήπου χρησιμοποιείται στην παραγωγή νέων λέξεων Βικιλεξικό
    • παραγωγικό επίθημα

Ετυμολογία

παραγωγικός (μαρτυρείται από το 1836) < παραγωγ(ή) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική productif :* για τη σημασία στη λογική < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déductif :* για τη σημασία στη γραμματική) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική derivational

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραγωγικόςπαραγωγικήπαραγωγικό
Γενικήπαραγωγικούπαραγωγικήςπαραγωγικού
Αιτιατικήπαραγωγικόπαραγωγικήπαραγωγικό
Κλητικήπαραγωγικέπαραγωγικήπαραγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραγωγικοίπαραγωγικέςπαραγωγικά
Γενικήπαραγωγικώνπαραγωγικώνπαραγωγικών
Αιτιατικήπαραγωγικούςπαραγωγικέςπαραγωγικά
Κλητικήπαραγωγικοίπαραγωγικέςπαραγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →