απαισιοδοξία
•
- η τάση να βλέπει κάποιος όλα τα πράγματα αρνητικά, το να περιμένει κανείς το χειρότερο σε κάθε περίπτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαισιοδοξία < απαισιόδοξος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαισιοδοξία | απαισιοδοξίες |
| Γενική | απαισιοδοξίας | απαισιοδοξιών |
| Αιτιατική | απαισιοδοξία | απαισιοδοξίες |
| Κλητική | απαισιοδοξία | απαισιοδοξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →