Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαισιοδοξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τάση να βλέπει κάποιος όλα τα πράγματα αρνητικά, το να περιμένει κανείς το χειρότερο σε κάθε περίπτωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαισιοδοξία < απαισιόδοξος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπαισιοδοξίααπαισιοδοξίες
Γενικήαπαισιοδοξίαςαπαισιοδοξιών
Αιτιατικήαπαισιοδοξίααπαισιοδοξίες
Κλητικήαπαισιοδοξίααπαισιοδοξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →