απαισιοδοξώ
•
- αντιμετωπίζω μια κατάσταση ή ένα γεγονός με απαισιοδοξία, περιμένω άσχημες εξελίξεις Βικιλεξικό
- Όσο η νύχτα με πλακώνει τόσο απαισιοδοξώ (Βασίλης Βασιλικός, Οι ωραίοι ωρεοί, το κυνήγι του θησαυρού, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 277)
- Λίγο λίγο άρχισε να απαισιοδοξεί, να χάνει την ελπίδα ότι μια μέρα η κρίση θα εκτονωνόταν (Τηλέμαχος Κώτσιας, Τεκμήριο αθωότητας, 2007, σελ. 180)
Ετυμολογία
απαισιοδοξώ < απαισιόδοξος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →