Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαισιόδοξος

/a.pe.siˈo.ðo.ksos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περιμένει τα πράγματα να εξελίσσονται με άσχημη έκβαση, που περιμένει το χειρότερο από τη ζωή Βικιλεξικό
    • Απαισιόδοξος περὶ τοῦ μέλλοντος δὲν εἶμαι, ἀφοῦ καὶ βλέπω καὶ προτείνω τὴν ἀνόρθωσιν (Παρνασσός, τόμος 2, σελ. 99, 1878)
    • Τότε ακόμα, λοιπόν, οι οικονομολόγοι μπορούσαν να διακρίνονται ανάμεσα σε «αισιόδοξους» και «απαισιόδοξους» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε ανεπιφύλακτα «συστημικούς», σε εν δυνάμει «αντισυστημικούς» και σε επιφυλακτικούς αγνωστικιστές. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)

Ετυμολογία

απαισιόδοξος < (από) απ- στερητικό + αισιόδοξος, απόδοση για τη γαλλική pessimiste, αντί του *αν-αισιόδοξος, πιθανόν από την επίδραση του απαίσιος. Σε χρήση από τα τέλη του 19ου αιώνα (δες παράθεμα του 1878 παρακάτω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαισιόδοξοςαπαισιόδοξηαπαισιόδοξο
Γενικήαπαισιόδοξουαπαισιόδοξηςαπαισιόδοξου
Αιτιατικήαπαισιόδοξοαπαισιόδοξηαπαισιόδοξο
Κλητικήαπαισιόδοξεαπαισιόδοξηαπαισιόδοξο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαισιόδοξοιαπαισιόδοξεςαπαισιόδοξα
Γενικήαπαισιόδοξωναπαισιόδοξωναπαισιόδοξων
Αιτιατικήαπαισιόδοξουςαπαισιόδοξεςαπαισιόδοξα
Κλητικήαπαισιόδοξοιαπαισιόδοξεςαπαισιόδοξα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →