Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαντλητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απάντληση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Το καταδυτικό, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζει ελεγχόμενη εισροή υδάτων που αντιμετωπίζεται με ίδια απαντλητικά μέσα, τελεί υπό απαγόρευση απόπλου. (*)

Ετυμολογία

απαντλητικός < απαντλώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαντλητικόςαπαντλητικήαπαντλητικό
Γενικήαπαντλητικούαπαντλητικήςαπαντλητικού
Αιτιατικήαπαντλητικόαπαντλητικήαπαντλητικό
Κλητικήαπαντλητικέαπαντλητικήαπαντλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαντλητικοίαπαντλητικέςαπαντλητικά
Γενικήαπαντλητικώναπαντλητικώναπαντλητικών
Αιτιατικήαπαντλητικούςαπαντλητικέςαπαντλητικά
Κλητικήαπαντλητικοίαπαντλητικέςαπαντλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →