απαντλητικός
•
- που έχει σχέση με την απάντληση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Το καταδυτικό, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζει ελεγχόμενη εισροή υδάτων που αντιμετωπίζεται με ίδια απαντλητικά μέσα, τελεί υπό απαγόρευση απόπλου. (*)
Ετυμολογία
απαντλητικός < απαντλώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαντλητικός | απαντλητική | απαντλητικό |
| Γενική | απαντλητικού | απαντλητικής | απαντλητικού |
| Αιτιατική | απαντλητικό | απαντλητική | απαντλητικό |
| Κλητική | απαντλητικέ | απαντλητική | απαντλητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαντλητικοί | απαντλητικές | απαντλητικά |
| Γενική | απαντλητικών | απαντλητικών | απαντλητικών |
| Αιτιατική | απαντλητικούς | απαντλητικές | απαντλητικά |
| Κλητική | απαντλητικοί | απαντλητικές | απαντλητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →