απαντλώ
•
- αντλώ τα νερά ή άλλα υγρά που έχουν γεμίσει ή πλημμυρίσει κάποιο πλοίο (ή άλλο χώρο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαντλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαντλῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπαντλέω < ἀπ- ἀντλέω / ἀντλῶ < ἄντλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαντλώ | απαντλείς | απαντλεί | απαντλούμε | απαντλείτε | απαντλούν / απαντλούνε |
| Παρατατικός | απαντλούσα | απαντλούσες | απαντλούσε | απαντλούσαμε | απαντλούσατε | απαντλούσαν / απαντλούσανε |
| Αόριστος | απάντλησα | απάντλησες | απάντλησε | απαντλήσαμε | απαντλήσατε | απάντλησαν / απαντλήσαν / απαντλήσανε |
| Μέλλοντας | θα απαντλήσω / θα απαντλώ | θα απαντλήσεις / θα απαντλείς | θα απαντλήσει / θα απαντλεί | θα απαντλήσουμε / θα απαντλούμε | θα απαντλήσετε / θα απαντλείτε | θα απαντλήσουν / θα απαντλήσουνε / θα απαντλούν / θα απαντλούνε |
| Παρακείμενος | έχω απαντλήσει | έχεις απαντλήσει | έχει απαντλήσει | έχουμε απαντλήσει | έχετε απαντλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαντλήσει | είχες απαντλήσει | είχε απαντλήσει | είχαμε απαντλήσει | είχατε απαντλήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω απαντλήσει / να απαντλήσω / να απαντλώ | να έχεις απαντλήσει / να απαντλήσεις / να απαντλείς | να έχει απαντλήσει / να απαντλήσει / να απαντλεί | να έχουμε απαντλήσει / να απαντλήσουμε / να απαντλούμε | να έχετε απαντλήσει / να απαντλήσετε / να απαντλείτε | να απαντλήσουν / να απαντλήσουνε / να απαντλούν / να απαντλούνε |
| Προστακτική | — | απάντλησε | — | — | απαντλήστε / απαντλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →