Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαράλλακτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. απολύτως όμοιος, χωρίς να έχει υποστεί καμιά αλλαγή Βικιλεξικό
    • πέρασαν τόσα χρόνια, μα αυτός είναι ίδιος κι απαράλλακτος όπως τότε

Ετυμολογία

απαράλλακτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαράλλακτοςαπαράλλακτηαπαράλλακτο
Γενικήαπαράλλακτουαπαράλλακτηςαπαράλλακτου
Αιτιατικήαπαράλλακτοαπαράλλακτηαπαράλλακτο
Κλητικήαπαράλλακτεαπαράλλακτηαπαράλλακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαράλλακτοιαπαράλλακτεςαπαράλλακτα
Γενικήαπαράλλακτωναπαράλλακτωναπαράλλακτων
Αιτιατικήαπαράλλακτουςαπαράλλακτεςαπαράλλακτα
Κλητικήαπαράλλακτοιαπαράλλακτεςαπαράλλακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →