αλλαγή
•
- η ενέργεια του αλλάζω Βικιλεξικό
- έκανε μια αλλαγή στις ρυθμίσεις και έτρεξε την εφαρμογή ξανά
- το αποτέλεσμα του αλλάζω, η διαφορά που προκαλείται από την ενέργεια Βικιλεξικό
- η αλλαγή στη συμπεριφορά του ήταν απροσδόκητη
- φωνολογίαη αντικατάσταση αρχικού φωνήεντος με ένα άλλο Βικιλεξικό
- Στην τροπή της λέξης «εγγόνι» σε «αγγόνι» έχουμε αλλαγή με την τροπή άρθρωσης [e] > [a]
Ετυμολογία
αλλαγή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀλλαγή < ἀλλάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλαγή | αλλαγές |
| Γενική | αλλαγής | αλλαγών |
| Αιτιατική | αλλαγή | αλλαγές |
| Κλητική | αλλαγή | αλλαγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →