Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλαγή

/a.laˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του αλλάζω Βικιλεξικό
    • έκανε μια αλλαγή στις ρυθμίσεις και έτρεξε την εφαρμογή ξανά
  2. το αποτέλεσμα του αλλάζω, η διαφορά που προκαλείται από την ενέργεια Βικιλεξικό
    • η αλλαγή στη συμπεριφορά του ήταν απροσδόκητη
  3. φωνολογίαη αντικατάσταση αρχικού φωνήεντος με ένα άλλο Βικιλεξικό
    • Στην τροπή της λέξης «εγγόνι» σε «αγγόνι» έχουμε αλλαγή με την τροπή άρθρωσης [e] > [a]

Ετυμολογία

αλλαγή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀλλαγή < ἀλλάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλλαγήαλλαγές
Γενικήαλλαγήςαλλαγών
Αιτιατικήαλλαγήαλλαγές
Κλητικήαλλαγήαλλαγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →