Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαρέγκλιτος

/a.paˈɾeŋ.ɡli.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν περιλαμβάνει καμία παρέκκλιση από την αρχικά καθορισμένη πορεία του, από αρχές, συμφωνίες κλπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαρέγκλιτος < (ελληνιστική κοινή) ἀπαρέγκλιτος < ἀ- στερητικό + παρεγκλίνω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαρέγκλιτοςαπαρέγκλιτηαπαρέγκλιτο
Γενικήαπαρέγκλιτουαπαρέγκλιτηςαπαρέγκλιτου
Αιτιατικήαπαρέγκλιτοαπαρέγκλιτηαπαρέγκλιτο
Κλητικήαπαρέγκλιτεαπαρέγκλιτηαπαρέγκλιτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαρέγκλιτοιαπαρέγκλιτεςαπαρέγκλιτα
Γενικήαπαρέγκλιτωναπαρέγκλιτωναπαρέγκλιτων
Αιτιατικήαπαρέγκλιτουςαπαρέγκλιτεςαπαρέγκλιτα
Κλητικήαπαρέγκλιτοιαπαρέγκλιτεςαπαρέγκλιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →