έμμονος
•
- λόγιοπου εμμένει Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαπου ενυπάρχει σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έμμονος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμμονος < ἐμμένω < ἐν- + μένω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fixe :* για τη σημασία στη φιλοσοφία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική immanent
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμμονος | έμμονη | έμμονο |
| Γενική | έμμονου | έμμονης | έμμονου |
| Αιτιατική | έμμονο | έμμονη | έμμονο |
| Κλητική | έμμονε | έμμονη | έμμονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμμονοι | έμμονες | έμμονα |
| Γενική | έμμονων | έμμονων | έμμονων |
| Αιτιατική | έμμονους | έμμονες | έμμονα |
| Κλητική | έμμονοι | έμμονες | έμμονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →