απασβεστώνω
•
- μειώνω την περιεκτικότητα σε ασβέστιο Βικιλεξικό
- αφαιρώ τον ασβέστη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απασβεστώνω < απο- + ασβέστιο + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décalcifier) # απασβεστώνω < απο- + ασβέστης + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απασβεστώνω | απασβεστώνεις | απασβεστώνει | απασβεστώνουμε | απασβεστώνετε | απασβεστώνουν / απασβεστώνουνε |
| Παρατατικός | απασβέστωνα | απασβέστωνες | απασβέστωνε | απασβεστώναμε | απασβεστώνατε | απασβέστωναν / απασβεστώναν / απασβεστώνανε |
| Αόριστος | απασβέστωσα | απασβέστωσες | απασβέστωσε | απασβεστώσαμε | απασβεστώσατε | απασβέστωσαν / απασβεστώσαν / απασβεστώσανε |
| Μέλλοντας | θα απασβεστώνω / θα απασβεστώσω | θα απασβεστώνεις / θα απασβεστώσεις | θα απασβεστώνει / θα απασβεστώσει | θα απασβεστώνουμε / θα απασβεστώσουμε | θα απασβεστώνετε / θα απασβεστώσετε | θα απασβεστώνουν / θα απασβεστώνουνε / θα απασβεστώσουν / θα απασβεστώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απασβεστώσει | έχεις απασβεστώσει | έχει απασβεστώσει | έχουμε απασβεστώσει | έχετε απασβεστώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απασβεστώσει | είχες απασβεστώσει | είχε απασβεστώσει | είχαμε απασβεστώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απασβεστώσει / να απασβεστώνω / να απασβεστώσω | να έχεις απασβεστώσει / να απασβεστώνεις / να απασβεστώσεις | να έχει απασβεστώσει / να απασβεστώνει / να απασβεστώσει | να έχουμε απασβεστώσει / να απασβεστώνουμε / να απασβεστώσουμε | να έχετε απασβεστώσει / να απασβεστώνετε / να απασβεστώσετε | να απασβεστώνουν / να απασβεστώνουνε / να απασβεστώσουν / να απασβεστώσουνε |
| Προστακτική | — | απασβέστωνε / απασβέστωσε | — | — | απασβεστώνετε / απασβεστώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →