ασβέστης
•
- οικοδομικήυλικό λευκού χρώματος που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για βάψιμο και απολύμανση επιφανειών (τοίχων, πεζοδρομίων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβέστης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀσβέστης < ἀσβέστιν < αρχαία ελληνική ἄσβεστος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασβέστης | ασβέστες |
| Γενική | ασβέστη | ασβεστών |
| Αιτιατική | ασβέστη | ασβέστες |
| Κλητική | ασβέστη | ασβέστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →