απατεωνίσκος
•
- μικροαπατεώνας, που κάνει μικρής έκτασης απατεωνιές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απατεωνίσκος < απατεών(ας) + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απατεωνίσκος | απατεωνίσκοι |
| Γενική | απατεωνίσκου | απατεωνίσκων |
| Αιτιατική | απατεωνίσκο | απατεωνίσκους |
| Κλητική | απατεωνίσκε | απατεωνίσκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →