Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαυτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο τάδε, ο δείνα, που δεν θυμόμστε τ' όνομά του Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοο απαυτός: ο κώλος Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοη απαυτή: το πέος Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοτα απαυτά: τ' αρχίδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαυτός < μεσαιωνική ελληνική απαυτός < αρχαία ελληνική ἀπό αὐτόν < αὐτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαυτόςαπαυτήαπαυτό
Γενικήαπαυτούαπαυτήςαπαυτού
Αιτιατικήαπαυτόαπαυτήαπαυτό
Κλητικήαπαυτέαπαυτήαπαυτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαυτοίαπαυτέςαπαυτά
Γενικήαπαυτώναπαυτώναπαυτών
Αιτιατικήαπαυτούςαπαυτέςαπαυτά
Κλητικήαπαυτοίαπαυτέςαπαυτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άπαυτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου δεν παύει, δεν σταματά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άπαυτος < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + παύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπαυτοςάπαυτηάπαυτο
Γενικήάπαυτουάπαυτηςάπαυτου
Αιτιατικήάπαυτοάπαυτηάπαυτο
Κλητικήάπαυτεάπαυτηάπαυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπαυτοιάπαυτεςάπαυτα
Γενικήάπαυτωνάπαυτωνάπαυτων
Αιτιατικήάπαυτουςάπαυτεςάπαυτα
Κλητικήάπαυτοιάπαυτεςάπαυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →