απεγκαθιστώ
•
- αποσύρω ή ακυρώνω κάτι που είχα τοποθετήσει ή εγκαταστήσει Βικιλεξικό
- πληροφορικήη διαδικασία της ολικής αφαίρεσης υλικού (hardware) ή λογισμικού (software) από από σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεγκαθιστώ > απ- + εγκαθιστώ (εγ- + καθ- + αρχαία ελληνική ἵστημι), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική uninstall
Άλλοι τύποι
απεγκαθίσταμαιαπεγκατέστησααπεγκαταστάθηκεαπεγκατεστημένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →