απεγνωσμένος
•
- που βρίσκεται σε απόγνωση ή που ενεργεί όντας σε απόγνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεγνωσμένος < αρχαία ελληνική ἀπεγνωσμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἀπογιγνώσκω < ἀπό + γιγνώσκω
Άλλοι τύποι
απεγνωσμένααπεγνωσμένεαπεγνωσμένεςαπεγνωσμένηαπεγνωσμένηςαπεγνωσμένοαπεγνωσμένοιαπεγνωσμένοςαπεγνωσμένουαπεγνωσμένουςαπεγνωσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →