απελπισμένος
•
- που δεν έχει ελπίδες Βικιλεξικό
- Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.gr/hartis-79/poiisi-kai-pezografia/tafika-ethima-ek-ton-ano)
Ετυμολογία
απελπισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απελπίζω
Άλλοι τύποι
απελπισμένααπελπισμένεαπελπισμένεςαπελπισμένηαπελπισμένηςαπελπισμένοαπελπισμένοιαπελπισμένοςαπελπισμένουαπελπισμένουςαπελπισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →