Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεκκριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσιολογίαπου έχει σχέση με την απέκκριση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απεκκριτικός < απεκκρίνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεκκριτικόςαπεκκριτικήαπεκκριτικό
Γενικήαπεκκριτικούαπεκκριτικήςαπεκκριτικού
Αιτιατικήαπεκκριτικόαπεκκριτικήαπεκκριτικό
Κλητικήαπεκκριτικέαπεκκριτικήαπεκκριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεκκριτικοίαπεκκριτικέςαπεκκριτικά
Γενικήαπεκκριτικώναπεκκριτικώναπεκκριτικών
Αιτιατικήαπεκκριτικούςαπεκκριτικέςαπεκκριτικά
Κλητικήαπεκκριτικοίαπεκκριτικέςαπεκκριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →