απεκκριτικός
•
- φυσιολογίαπου έχει σχέση με την απέκκριση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεκκριτικός < απεκκρίνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απεκκριτικός | απεκκριτική | απεκκριτικό |
| Γενική | απεκκριτικού | απεκκριτικής | απεκκριτικού |
| Αιτιατική | απεκκριτικό | απεκκριτική | απεκκριτικό |
| Κλητική | απεκκριτικέ | απεκκριτική | απεκκριτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απεκκριτικοί | απεκκριτικές | απεκκριτικά |
| Γενική | απεκκριτικών | απεκκριτικών | απεκκριτικών |
| Αιτιατική | απεκκριτικούς | απεκκριτικές | απεκκριτικά |
| Κλητική | απεκκριτικοί | απεκκριτικές | απεκκριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →