Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απελέκητος

/a.peˈle.ci.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει πελεκηθεί Βικιλεξικό
    • αυτά τα κούτσουρα είναι απελέκητα

Ετυμολογία

απελέκητος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀπελέκητος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + πελεκητός (πελεκάω) πελεκη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπελέκητοςαπελέκητηαπελέκητο
Γενικήαπελέκητουαπελέκητηςαπελέκητου
Αιτιατικήαπελέκητοαπελέκητηαπελέκητο
Κλητικήαπελέκητεαπελέκητηαπελέκητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπελέκητοιαπελέκητεςαπελέκητα
Γενικήαπελέκητωναπελέκητωναπελέκητων
Αιτιατικήαπελέκητουςαπελέκητεςαπελέκητα
Κλητικήαπελέκητοιαπελέκητεςαπελέκητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →