απελπίζω
•
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον απελπισία, του στερώ την ελπίδα ή τον απογοητεύω ολοκληρωτικά Βικιλεξικό
- Και η ιδέα μόνο πως ήταν αιχμάλωτοι και στα ξένα τους απέλπιζε. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
Ετυμολογία
απελπίζω < κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή ἀπελπίζω < ἀπό + ἐλπίζω (απ- + ελπίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απελπίζω | απελπίζεις | απελπίζει | απελπίζουμε | απελπίζετε | απελπίζουν / απελπίζουνε |
| Παρατατικός | απέλπιζα | απέλπιζες | απέλπιζε | απελπίζαμε | απελπίζατε | απέλπιζαν / απελπίζαν / απελπίζανε |
| Αόριστος | απέλπισα | απέλπισες | απέλπισε | απελπίσαμε | απελπίσατε | απέλπισαν / απελπίσαν / απελπίσανε |
| Μέλλοντας | θα απελπίζω / θα απελπίσω | θα απελπίζεις / θα απελπίσεις | θα απελπίζει / θα απελπίσει | θα απελπίζουμε / θα απελπίσουμε | θα απελπίζετε / θα απελπίσετε | θα απελπίζουν / θα απελπίζουνε / θα απελπίσουν / θα απελπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απελπίσει | έχεις απελπίσει | έχει απελπίσει | έχουμε απελπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απελπίσει | είχες απελπίσει | είχε απελπίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απελπίσει / να απελπίζω / να απελπίσω | να έχεις απελπίσει / να απελπίζεις / να απελπίσεις | να έχει απελπίσει / να απελπίζει / να απελπίσει | να έχουμε απελπίσει / να απελπίζουμε / να απελπίσουμε | να απελπίζετε / να απελπίσετε | να απελπίζουν / να απελπίζουνε / να απελπίσουν / να απελπίσουνε |
| Προστακτική | — | απέλπιζε / απέλπισε | — | — | απελπίζετε / απελπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απελπίστηκααπελπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →