Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεργιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κάποια απεργία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απεργιακός < απεργία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεργιακόςαπεργιακήαπεργιακό
Γενικήαπεργιακούαπεργιακήςαπεργιακού
Αιτιατικήαπεργιακόαπεργιακήαπεργιακό
Κλητικήαπεργιακέαπεργιακήαπεργιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεργιακοίαπεργιακέςαπεργιακά
Γενικήαπεργιακώναπεργιακώναπεργιακών
Αιτιατικήαπεργιακούςαπεργιακέςαπεργιακά
Κλητικήαπεργιακοίαπεργιακέςαπεργιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →