απεργία
•
- αποχή από την εργασία για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, αλλά και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικές ή εργοδοτικές αποφάσεις Βικιλεξικό
- απεργία διαρκείας
- προειδοποιητική απεργία
- 48ωρες κυλιόμενες απεργίες
- γενική απεργία
- λευκή απεργία
Ετυμολογία
απεργία < απεργός + -ία < αρχαία ελληνική ἔργον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απεργία | απεργίες |
| Γενική | απεργίας | απεργιών |
| Αιτιατική | απεργία | απεργίες |
| Κλητική | απεργία | απεργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →