απεργοσπάστης
•
- αυτός που δεν συμμετέχει σε απεργία γιατί δουλεύει κανονικά αντί να απεργεί Βικιλεξικό
- αυτός που προσλαμβάνεται προσωρινά για να αντικαταστήσει κάποιον που απεργεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεργοσπάστης < απεργός + -ο- + σπάω + -της ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική strikebreaker)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απεργοσπάστης | απεργοσπάστες |
| Γενική | απεργοσπάστη | απεργοσπαστών |
| Αιτιατική | απεργοσπάστη | απεργοσπάστες |
| Κλητική | απεργοσπάστη | απεργοσπάστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →