απεχθάνομαι
•
- νιώθω έντονα αρνητικά συναισθήματα για κάτι ή κάποιον που δεν μου αρέσει ή απορρίπτω, π.χ. απέχθεια, αποστροφή, αντιπάθεια Βικιλεξικό
- Δε μου αρέσει το ψέμα, αλλά την υποκρισία την απεχθάνομαι.
- Δε θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου αυτόν τον άνθρωπο, τον απεχθάνομαι.
- Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
απεχθάνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπεχθάνομαι (είμαι μισητός), στην ελληνιστική σημασία (μισώ) < ἀπεχθής < ἀπό + ἔχθος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απεχθάνομαι | απεχθάνεσαι | απεχθάνεται | απεχθανόμαστε | απεχθάνεστε | απεχθάνονται |
| Παρατατικός | απεχθανόμουν / απεχθανόμουνα | απεχθανόσουν / απεχθανόσουνα | απεχθανόταν / απεχθανότανε | απεχθανόμασταν / απεχθανόμαστε | απεχθανόσασταν / απεχθανόσαστε | απεχθάνονταν / απεχθανόντουσαν |
| Μέλλοντας | θα απεχθάνομαι | θα απεχθάνεσαι | θα απεχθάνεται | θα απεχθανόμαστε | θα απεχθάνεστε | θα απεχθάνονται |
| Υποτακτική | να απεχθάνομαι | να απεχθάνεσαι | να απεχθάνεται | να απεχθανόμαστε | να απεχθάνεστε | να απεχθάνονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | απεχθάνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →