Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστρέφομαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος αποστρέφω Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόπαθητική φωνή του ρήματος αποστρέφω Βικιλεξικό
    • Γιατί οι νέοι αποστρέφονται την πολιτική;
  3. παθητική φωνή του ρήματος αποστρέφω Βικιλεξικό
    • … ως χριστιανός ορθόδοξος ομνύω σας και λέγω· αν δώση ο Θεός κ᾿ η δόξα του ν᾿ αποστραφώ στην Δύση, στον Πάπα τον αγιώτατον κ᾿ εις όλους τους ρηγάδες βούλομαι ελθείν σωματικώς να τους ειπώ τα βλέπω, ολπίζω εις έλεος Χριστού να τους παρακινήσω, να έλθουν με τα φουσσάτα τους εδώ στο μέρος τούτο … (Χρειάζεται τεκμηρίωση αν πρόκειται για πρωτότυπο κείμενο)

Ετυμολογία

αποστρέφομαι < αρχαία ελληνική ἀποστρέφομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποστρέφω < ἀπό + στρέφω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →