Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογιστικήμέθοδος τήρησης λογιστικών βιβλίων με απλή χρονολογική καταγραφή των οικονομικών στοιχείων και πράξεων Βικιλεξικό
  2. φιλολογίαη αντιγραφή κάποιων στοιχείων ενός κειμένου ή χειρογράφου μία φορά από κάποιον αντιγραφέα, ενώ θα έπρεπε να γραφούν δύο φορές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική haplography < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς + γράφω : για τη λογιστική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική single-entry : Μορφολογικά αναλύεται σε απλο- + -γραφία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπλογραφίααπλογραφίες
Γενικήαπλογραφίαςαπλογραφιών
Αιτιατικήαπλογραφίααπλογραφίες
Κλητικήαπλογραφίααπλογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →