απλογραφία
•
- λογιστικήμέθοδος τήρησης λογιστικών βιβλίων με απλή χρονολογική καταγραφή των οικονομικών στοιχείων και πράξεων Βικιλεξικό
- φιλολογίαη αντιγραφή κάποιων στοιχείων ενός κειμένου ή χειρογράφου μία φορά από κάποιον αντιγραφέα, ενώ θα έπρεπε να γραφούν δύο φορές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική haplography < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς + γράφω : για τη λογιστική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική single-entry : Μορφολογικά αναλύεται σε απλο- + -γραφία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απλογραφία | απλογραφίες |
| Γενική | απλογραφίας | απλογραφιών |
| Αιτιατική | απλογραφία | απλογραφίες |
| Κλητική | απλογραφία | απλογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →