Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλογράφηση

/a.ploˈɣɾa.fi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήη γραφή μια λέξης με απολοποιημένη ορθογραφία Βικιλεξικό
    • π.χ. με ο αντί του ω (βόλος αντί βῶλος) ή με απλοποιημένα διπλά σύμφωνα (κάρο < κάρρον)

Ετυμολογία

απλογράφηση < απλογραφ(ώ) (-γραφη-) + -ση. Μορφολογικά, αναλύεται σε απλο- + -γράφηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπλογράφησηαπλογραφήσεις
Γενικήαπλογράφησηςαπλογραφήσεων
Αιτιατικήαπλογράφησηαπλογραφήσεις
Κλητικήαπλογράφησηαπλογραφήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →