απλογράφηση
•
- γραμματικήη γραφή μια λέξης με απολοποιημένη ορθογραφία Βικιλεξικό
- π.χ. με ο αντί του ω (βόλος αντί βῶλος) ή με απλοποιημένα διπλά σύμφωνα (κάρο < κάρρον)
Ετυμολογία
απλογράφηση < απλογραφ(ώ) (-γραφη-) + -ση. Μορφολογικά, αναλύεται σε απλο- + -γράφηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απλογράφηση | απλογραφήσεις |
| Γενική | απλογράφησης | απλογραφήσεων |
| Αιτιατική | απλογράφηση | απλογραφήσεις |
| Κλητική | απλογράφηση | απλογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →