Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογιστικήπου έχει σχέση με την απλογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
    • Εφόσον η επιχείρηση δεν συντάσσει ισολογισμό, δύναται, αντί του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, να χρησιμοποιεί ένα κατάλληλο απλογραφικό λογιστικό σύστημα (τήρηση του γνωστού βιβλίου εσόδων – εξόδων) για την παρακολούθηση των συναλλαγών και μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων
  2. φιλολογίαπου έχει σχέση με την απλογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλογραφικός < απλογραφ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλογραφικόςαπλογραφικήαπλογραφικό
Γενικήαπλογραφικούαπλογραφικήςαπλογραφικού
Αιτιατικήαπλογραφικόαπλογραφικήαπλογραφικό
Κλητικήαπλογραφικέαπλογραφικήαπλογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλογραφικοίαπλογραφικέςαπλογραφικά
Γενικήαπλογραφικώναπλογραφικώναπλογραφικών
Αιτιατικήαπλογραφικούςαπλογραφικέςαπλογραφικά
Κλητικήαπλογραφικοίαπλογραφικέςαπλογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →