Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλοελληνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που λέγεται σε απλή ελληνική γλώσσα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοη απλοελληνική: η απλή νεοελληνική γλώσσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλοελληνικός < απλός + -ο- + ελληνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλοελληνικόςαπλοελληνικήαπλοελληνικο / απλοελληνικό
Γενικήαπλοελληνικούαπλοελληνικήςαπλοελληνικού
Αιτιατικήαπλοελληνικόαπλοελληνικήαπλοελληνικό
Κλητικήαπλοελληνικέαπλοελληνικήαπλοελληνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλοελληνικοίαπλοελληνικέςαπλοελληνικά
Γενικήαπλοελληνικώναπλοελληνικώναπλοελληνικών
Αιτιατικήαπλοελληνικούςαπλοελληνικέςαπλοελληνικά
Κλητικήαπλοελληνικοίαπλοελληνικέςαπλοελληνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →