ουσιαστικό
•
- γραμματικήκλιτή λέξη που φανερώνει πρόσωπο, ζώο, πράγμα, αφηρημένη έννοια, ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα Βικιλεξικό
- παραδειγματα ουσιαστικών
Ετυμολογία
ουσιαστικό < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα οὐσιαστικόν, κατά την ελληνιστική κοινή μετουσιαστικόν (παράγωγο επίθετο)· ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ουσιαστικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική substantif ή από τη γερμανική Substantiv
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουσιαστικό | ουσιαστικά |
| Γενική | ουσιαστικού | ουσιαστικών |
| Αιτιατική | ουσιαστικό | ουσιαστικά |
| Κλητική | ουσιαστικό | ουσιαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →