απλοχέρης
•
- που ξοδεύει ή μοιράζει πρόθυμα, χωρίς τσιγκουνιά αλλά ίσως και χωρίς περίσκεψη Βικιλεξικό
- Ο Θανάσης ήταν πολύ απλοχέρης και στο τέλος πέθανε στην ψάθα.
- που κλέβει, που οικειοποιείται κάτι που δεν του ανήκει Βικιλεξικό
- Η γειτόνισσα η Νίτσα είναι πολύ απλοχέρα· όταν μπαίνει στο σπίτι, να την προσέχεις.
- που προβαίνει σε ενοχλητικές χειρονομίες σεξουαλικής φύσεως Βικιλεξικό
- Ο άντρας μου είναι απλοχέρης με τις γυναίκες, αλλά θα του τα κόψω εγώ αυτά τα καμώματα.
Ετυμολογία
απλοχέρης < (μεσαιωνική ελληνική) *ἁπλοχέρης (→ δείτε τη λέξη ἁπλοχεριά) < ἁπλώνω + χέρι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απλοχέρης | απλοχέρα | απλοχέρικο |
| Γενική | απλοχέρη | απλοχέρας | απλοχέρικου |
| Αιτιατική | απλοχέρη | απλοχέρα | απλοχέρικο |
| Κλητική | απλοχέρη | απλοχέρα | απλοχέρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απλοχέρηδες | απλοχέρες | απλοχέρικα |
| Γενική | απλοχέρηδων | — | απλοχέρικων |
| Αιτιατική | απλοχέρηδες | απλοχέρες | απλοχέρικα |
| Κλητική | απλοχέρηδες | απλοχέρες | απλοχέρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →