Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλοχέρης

/a.ploˈçe.ɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ξοδεύει ή μοιράζει πρόθυμα, χωρίς τσιγκουνιά αλλά ίσως και χωρίς περίσκεψη Βικιλεξικό
    • Ο Θανάσης ήταν πολύ απλοχέρης και στο τέλος πέθανε στην ψάθα.
  2. που κλέβει, που οικειοποιείται κάτι που δεν του ανήκει Βικιλεξικό
    • Η γειτόνισσα η Νίτσα είναι πολύ απλοχέρα· όταν μπαίνει στο σπίτι, να την προσέχεις.
  3. που προβαίνει σε ενοχλητικές χειρονομίες σεξουαλικής φύσεως Βικιλεξικό
    • Ο άντρας μου είναι απλοχέρης με τις γυναίκες, αλλά θα του τα κόψω εγώ αυτά τα καμώματα.

Ετυμολογία

απλοχέρης < (μεσαιωνική ελληνική) *ἁπλοχέρης (→ δείτε τη λέξη ἁπλοχεριά) < ἁπλώνω + χέρι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλοχέρηςαπλοχέρααπλοχέρικο
Γενικήαπλοχέρηαπλοχέραςαπλοχέρικου
Αιτιατικήαπλοχέρηαπλοχέρααπλοχέρικο
Κλητικήαπλοχέρηαπλοχέρααπλοχέρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλοχέρηδεςαπλοχέρεςαπλοχέρικα
Γενικήαπλοχέρηδων—απλοχέρικων
Αιτιατικήαπλοχέρηδεςαπλοχέρεςαπλοχέρικα
Κλητικήαπλοχέρηδεςαπλοχέρεςαπλοχέρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →