απλοχεριά
•
- το να είναι κάποιος απλοχέρης, η ιδιότητα του απλοχέρη Βικιλεξικό
- παρωχημένοχούφτα, χεροβολιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλοχεριά < μεσαιωνική ελληνική απλοχεριά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απλοχεριά | απλοχεριές |
| Γενική | απλοχεριάς | απλοχεριών |
| Αιτιατική | απλοχεριά | απλοχεριές |
| Κλητική | απλοχεριά | απλοχεριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →