αποβάλλω
•
- μεταβατικόδιώχνω, δεν έχω πλέον Βικιλεξικό
- ο μαθητής αποβλήθηκε για μια ώρα
- μεταβατικόδιώχνω, δεν έχω πλέον Βικιλεξικό
- Αποβάλλεσαι! είπε ο διαιτητής την πιο κρίσιμη στιγμή του αγώνα
- ιατρικήγεννώ πρόωρα νεκρό παιδί Βικιλεξικό
- καταβλήθηκαν προσπάθειες για να μην αποβληθεί το έμβρυο
- ιατρικήδεν δέχεται ο οργανισμός μου το μόσχευμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβάλλω < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀποβάλλω. Για την αποβολή μοσχεύματος, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική reject.. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + βάλλω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποβάλλω | αποβάλλεις | αποβάλλει | αποβάλλουμε | αποβάλλετε | αποβάλλουν / αποβάλλουνε |
| Παρατατικός | απέβαλλα | απέβαλλες | απέβαλλε | αποβάλλαμε | αποβάλλατε | απέβαλλαν / αποβάλλαν / αποβάλλανε |
| Αόριστος | απέβαλα | απέβαλες | απέβαλε | αποβάλαμε | αποβάλατε | απέβαλαν / αποβάλαν / αποβάλανε |
| Μέλλοντας | θα αποβάλλω / θα αποβάλω | θα αποβάλεις / θα αποβάλλεις | θα αποβάλει / θα αποβάλλει | θα αποβάλλουμε / θα αποβάλουμε | θα αποβάλετε / θα αποβάλλετε | θα αποβάλλουν / θα αποβάλλουνε / θα αποβάλουν / θα αποβάλουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποβάλει | έχεις αποβάλει | έχει αποβάλει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποβάλει | είχες αποβάλει | είχε αποβάλει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποβάλει / να αποβάλλω / να αποβάλω | να έχεις αποβάλει / να αποβάλεις / να αποβάλλεις | να έχει αποβάλει / να αποβάλει / να αποβάλλει | να αποβάλλουμε / να αποβάλουμε | να αποβάλετε / να αποβάλλετε | να αποβάλλουν / να αποβάλλουνε / να αποβάλουν / να αποβάλουνε |
| Προστακτική | — | απόβαλε / απόβαλλε | — | — | αποβάλετε / αποβάλλετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποβλήθηκααποβάλλομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →