ἀποβολή
•
- πολυτονική γραφή του αποβολή Βικιλεξικό
- καθαρεύουσααποβολή Βικιλεξικό
- Ἡ ἀδικαιολόγητος μὴ ἀποδοχὴ τῆς ὡς ἄνω ἐκλογῆς, ἀποτελεῖ ἄρνησιν ὑπηρεσίας τιμωρουμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 480 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνεπαγομένην ἅμα καὶ ἀποβολὴν τῆς ἰδιότητος τοῦ δικαστικοῦ κλητήρος.
Ετυμολογία
ἀποβολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβολή
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →