Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀποβολή

/a.po.voˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολυτονική γραφή του αποβολή Βικιλεξικό
  2. καθαρεύουσααποβολή Βικιλεξικό
    • Ἡ ἀδικαιολόγητος μὴ ἀποδοχὴ τῆς ὡς ἄνω ἐκλογῆς, ἀποτελεῖ ἄρνησιν ὑπηρεσίας τιμωρουμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 480 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνεπαγομένην ἅμα καὶ ἀποβολὴν τῆς ἰδιότητος τοῦ δικαστικοῦ κλητήρος.

Ετυμολογία

ἀποβολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβολή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αποβολή

/a.po.voˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβάλλω Βικιλεξικό
    • Στις 27 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα, έχοντας αποκαταστήσει τις βασικές πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, κατέθεσε αίτηση για την επανεισδοχή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, από το οποίο είχε αποχωρήσει η κυβέρνηση της δικτατορίας, προλαμβάνοντας την αποβολή της λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Άγγελος Μπρατάκος, Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, εκδ. Λιβάνη, 2002, σελ. 135)
  2. φυσιολογική ή και εκούσια απώλεια Βικιλεξικό
    • Το φίδι μετά την αποβολή του δέρματός του αποκτά καινούριο.
  3. αθλητισμόςη πειθαρχική ποινή με την οποία επιβάλλεται σε κάποιον παραβάτη (μαθητή ή αθλητή) να αποχωρήσει (από το σχολείο ή τον αγώνα) Βικιλεξικό
    • (νεανική αργκό) Έφαγε αποβολή.
  4. ιατρικήακούσια διακοπή της εγκυμοσύνης και απώλεια του εμβρύου Βικιλεξικό
    • Είχε αποβολή.
  5. μεταφορικάεξάλειψη αρνητικής ή ανεπιθύμητης συνήθειας ή χαρακτηριστικού, συνήθως με συνειδητή προσπάθεια Βικιλεξικό
    • Η αποβολή άγχους είναι σημαντική για όσους θέλουν να μιλήσουν δημόσια.
  6. γλωσσολογίαη απώλεια ενός φθόγγου Βικιλεξικό
    • Ο τύπος ξάφνου της μεσαιωνικής ελληνικής προέρχεται από τον τύπο ἐξάφνου με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος.
    • «γράψ΄ το» αντί για «γράψε το» (αποκοπή)
    • < υπώνυμα: αποκοπή
  7. προφορικόαδύνατος, μικρόσωμος άνθρωπος Βικιλεξικό
    • Πώς τσακώθηκες μ' εκείνον, αφού είναι σκέτη αποβολή!
  8. προφορικόκακοφτιαγμένος άσχημος άνθρωπος Βικιλεξικό
    • Ο τύπος είναι κακάσχημος σαν αποβολή, αλλά πανέξυπνος.

Ετυμολογία

αποβολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβολή (ρίξιμο μακριά, χάσιμο). Σημασία 2 «πειθαρχική ποινή» σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική expulsion. Σημασία 3 «ακούσια διακοπή της κύησης» κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀποβολή και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική avortement. Σημασία 6 «κακοφτιαγμένο άτομο» από την άσχημη εικόνα ενός εμβρύου, όταν γεννιέται νεκρό λόγω αποβολής.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποβολήαποβολές
Γενικήαποβολήςαποβολών
Αιτιατικήαποβολήαποβολές
Κλητικήαποβολήαποβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →