αποβιομηχανίζω
•
- νεολογισμόςμειώνω, περιορίζω ή εξαλείφω τις βιομηχανίες που υπάρχουν σε κάποια περιοχή, αναστρέφω την εκβιομηχάνιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβιομηχανίζω < απο- + βιομηχανία + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική deindustrialize)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποβιομηχανίζω | αποβιομηχανίζεις | αποβιομηχανίζει | αποβιομηχανίζουμε | αποβιομηχανίζετε | αποβιομηχανίζουν / αποβιομηχανίζουνε |
| Παρατατικός | αποβιομηχάνιζα | αποβιομηχάνιζες | αποβιομηχάνιζε | αποβιομηχανίζαμε | αποβιομηχανίζατε | αποβιομηχάνιζαν / αποβιομηχανίζαν / αποβιομηχανίζανε |
| Αόριστος | αποβιομηχάνισα | αποβιομηχάνισες | αποβιομηχάνισε | αποβιομηχανίσαμε | αποβιομηχανίσατε | αποβιομηχάνισαν / αποβιομηχανίσαν / αποβιομηχανίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποβιομηχανίζω / θα αποβιομηχανίσω | θα αποβιομηχανίζεις / θα αποβιομηχανίσεις | θα αποβιομηχανίζει / θα αποβιομηχανίσει | θα αποβιομηχανίζουμε / θα αποβιομηχανίσουμε | θα αποβιομηχανίζετε / θα αποβιομηχανίσετε | θα αποβιομηχανίζουν / θα αποβιομηχανίζουνε / θα αποβιομηχανίσουν / θα αποβιομηχανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποβιομηχανίσει | έχεις αποβιομηχανίσει | έχει αποβιομηχανίσει | έχουμε αποβιομηχανίσει | έχετε αποβιομηχανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποβιομηχανίσει | είχες αποβιομηχανίσει | είχε αποβιομηχανίσει | είχαμε αποβιομηχανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποβιομηχανίσει / να αποβιομηχανίζω / να αποβιομηχανίσω | να έχεις αποβιομηχανίσει / να αποβιομηχανίζεις / να αποβιομηχανίσεις | να έχει αποβιομηχανίσει / να αποβιομηχανίζει / να αποβιομηχανίσει | να έχουμε αποβιομηχανίσει / να αποβιομηχανίζουμε / να αποβιομηχανίσουμε | να έχετε αποβιομηχανίσει / να αποβιομηχανίζετε / να αποβιομηχανίσετε | να αποβιομηχανίζουν / να αποβιομηχανίζουνε / να αποβιομηχανίσουν / να αποβιομηχανίσουνε |
| Προστακτική | — | αποβιομηχάνιζε / αποβιομηχάνισε | — | — | αποβιομηχανίζετε / αποβιομηχανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →