εκβιομηχανίζω
•
- αναπτύσσω το βιομηχανικό τομέα μια χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκβιομηχανίζω < εκ- + βιομηχανία + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική industrialiser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκβιομηχανίζω | εκβιομηχανίζεις | εκβιομηχανίζει | εκβιομηχανίζουμε | εκβιομηχανίζετε | εκβιομηχανίζουν / εκβιομηχανίζουνε |
| Παρατατικός | εκβιομηχάνιζα | εκβιομηχάνιζες | εκβιομηχάνιζε | εκβιομηχανίζαμε | εκβιομηχανίζατε | εκβιομηχάνιζαν / εκβιομηχανίζαν / εκβιομηχανίζανε |
| Αόριστος | εκβιομηχάνισα | εκβιομηχάνισες | εκβιομηχάνισε | εκβιομηχανίσαμε | εκβιομηχανίσατε | εκβιομηχάνισαν / εκβιομηχανίσαν / εκβιομηχανίσανε |
| Μέλλοντας | θα εκβιομηχανίζω / θα εκβιομηχανίσω | θα εκβιομηχανίζεις / θα εκβιομηχανίσεις | θα εκβιομηχανίζει / θα εκβιομηχανίσει | θα εκβιομηχανίζουμε / θα εκβιομηχανίσουμε | θα εκβιομηχανίζετε / θα εκβιομηχανίσετε | θα εκβιομηχανίζουν / θα εκβιομηχανίζουνε / θα εκβιομηχανίσουν / θα εκβιομηχανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκβιομηχανίσει | έχεις εκβιομηχανίσει | έχει εκβιομηχανίσει | έχουμε εκβιομηχανίσει | έχετε εκβιομηχανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκβιομηχανίσει | είχες εκβιομηχανίσει | είχε εκβιομηχανίσει | είχαμε εκβιομηχανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκβιομηχανίσει / να εκβιομηχανίζω / να εκβιομηχανίσω | να έχεις εκβιομηχανίσει / να εκβιομηχανίζεις / να εκβιομηχανίσεις | να έχει εκβιομηχανίσει / να εκβιομηχανίζει / να εκβιομηχανίσει | να έχουμε εκβιομηχανίσει / να εκβιομηχανίζουμε / να εκβιομηχανίσουμε | να έχετε εκβιομηχανίσει / να εκβιομηχανίζετε / να εκβιομηχανίσετε | να εκβιομηχανίζουν / να εκβιομηχανίζουνε / να εκβιομηχανίσουν / να εκβιομηχανίσουνε |
| Προστακτική | — | εκβιομηχάνιζε / εκβιομηχάνισε | — | — | εκβιομηχανίζετε / εκβιομηχανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →