αποδιαρθρώνω
•
- λόγιοχαλάω τη διάρθρωση, τη δομή, αποδιοργανώνω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδιαρθρώνω < από + διαρθρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδιαρθρώνω | αποδιαρθρώνεις | αποδιαρθρώνει | αποδιαρθρώνουμε | αποδιαρθρώνετε | αποδιαρθρώνουν / αποδιαρθρώνουνε |
| Παρατατικός | αποδιάρθρωνα | αποδιάρθρωνες | αποδιάρθρωνε | αποδιαρθρώναμε | αποδιαρθρώνατε | αποδιάρθρωναν / αποδιαρθρώναν / αποδιαρθρώνανε |
| Αόριστος | αποδιάρθρωσα | αποδιάρθρωσες | αποδιάρθρωσε | αποδιαρθρώσαμε | αποδιαρθρώσατε | αποδιάρθρωσαν / αποδιαρθρώσαν / αποδιαρθρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποδιαρθρώνω / θα αποδιαρθρώσω | θα αποδιαρθρώνεις / θα αποδιαρθρώσεις | θα αποδιαρθρώνει / θα αποδιαρθρώσει | θα αποδιαρθρώνουμε / θα αποδιαρθρώσουμε | θα αποδιαρθρώνετε / θα αποδιαρθρώσετε | θα αποδιαρθρώνουν / θα αποδιαρθρώνουνε / θα αποδιαρθρώσουν / θα αποδιαρθρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδιαρθρώσει | έχεις αποδιαρθρώσει | έχει αποδιαρθρώσει | έχουμε αποδιαρθρώσει | έχετε αποδιαρθρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδιαρθρώσει | είχες αποδιαρθρώσει | είχε αποδιαρθρώσει | είχαμε αποδιαρθρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδιαρθρώσει / να αποδιαρθρώνω / να αποδιαρθρώσω | να έχεις αποδιαρθρώσει / να αποδιαρθρώνεις / να αποδιαρθρώσεις | να έχει αποδιαρθρώσει / να αποδιαρθρώνει / να αποδιαρθρώσει | να έχουμε αποδιαρθρώσει / να αποδιαρθρώνουμε / να αποδιαρθρώσουμε | να έχετε αποδιαρθρώσει / να αποδιαρθρώνετε / να αποδιαρθρώσετε | να αποδιαρθρώνουν / να αποδιαρθρώνουνε / να αποδιαρθρώσουν / να αποδιαρθρώσουνε |
| Προστακτική | — | αποδιάρθρωνε / αποδιάρθρωσε | — | — | αποδιαρθρώνετε / αποδιαρθρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →