Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδιεθνοποιώ

ρήμα
•
  1. αίρω (ή προσπαθώ να άρω) τη διεθνή διάσταση ενός ζητήματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδιεθνοποιώ < απο- + διεθνοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποδιεθνοποιώαποδιεθνοποιείςαποδιεθνοποιείαποδιεθνοποιούμεαποδιεθνοποιείτεαποδιεθνοποιούν / αποδιεθνοποιούνε
Παρατατικόςαποδιεθνοποιούσααποδιεθνοποιούσεςαποδιεθνοποιούσεαποδιεθνοποιούσαμεαποδιεθνοποιούσατεαποδιεθνοποιούσαν / αποδιεθνοποιούσανε
Αόριστοςαποδιεθνοποίησααποδιεθνοποίησεςαποδιεθνοποίησεαποδιεθνοποιήσαμεαποδιεθνοποιήσατεαποδιεθνοποίησαν / αποδιεθνοποιήσαν / αποδιεθνοποιήσανε
Μέλλονταςθα αποδιεθνοποιήσω / θα αποδιεθνοποιώθα αποδιεθνοποιήσεις / θα αποδιεθνοποιείςθα αποδιεθνοποιήσει / θα αποδιεθνοποιείθα αποδιεθνοποιήσουμε / θα αποδιεθνοποιούμεθα αποδιεθνοποιήσετε / θα αποδιεθνοποιείτεθα αποδιεθνοποιήσουν / θα αποδιεθνοποιήσουνε / θα αποδιεθνοποιούν / θα αποδιεθνοποιούνε
Παρακείμενοςέχω αποδιεθνοποιήσειέχεις αποδιεθνοποιήσειέχει αποδιεθνοποιήσειέχουμε αποδιεθνοποιήσειέχετε αποδιεθνοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποδιεθνοποιήσειείχες αποδιεθνοποιήσειείχε αποδιεθνοποιήσειείχαμε αποδιεθνοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω αποδιεθνοποιήσει / να αποδιεθνοποιήσω / να αποδιεθνοποιώνα έχεις αποδιεθνοποιήσει / να αποδιεθνοποιήσεις / να αποδιεθνοποιείςνα έχει αποδιεθνοποιήσει / να αποδιεθνοποιήσει / να αποδιεθνοποιείνα έχουμε αποδιεθνοποιήσει / να αποδιεθνοποιήσουμε / να αποδιεθνοποιούμενα έχετε αποδιεθνοποιήσει / να αποδιεθνοποιήσετε / να αποδιεθνοποιείτενα αποδιεθνοποιήσουν / να αποδιεθνοποιήσουνε / να αποδιεθνοποιούν / να αποδιεθνοποιούνε
Προστακτική—αποδιεθνοποίει / αποδιεθνοποίησε——αποδιεθνοποιήστε / αποδιεθνοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →