διεθνοποιώ
•
- δίνω διεθνή διάσταση σε κάποιο ζήτημα ή θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεθνοποιώ < διεθνής + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική internationaliser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διεθνοποιώ | διεθνοποιείς | διεθνοποιεί | διεθνοποιούμε | διεθνοποιείτε | διεθνοποιούν / διεθνοποιούνε |
| Παρατατικός | διεθνοποιούσα | διεθνοποιούσες | διεθνοποιούσε | διεθνοποιούσαμε | διεθνοποιούσατε | διεθνοποιούσαν / διεθνοποιούσανε |
| Αόριστος | διεθνοποίησα | διεθνοποίησες | διεθνοποίησε | διεθνοποιήσαμε | διεθνοποιήσατε | διεθνοποίησαν / διεθνοποιήσαν / διεθνοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα διεθνοποιήσω / θα διεθνοποιώ | θα διεθνοποιήσεις / θα διεθνοποιείς | θα διεθνοποιήσει / θα διεθνοποιεί | θα διεθνοποιήσουμε / θα διεθνοποιούμε | θα διεθνοποιήσετε / θα διεθνοποιείτε | θα διεθνοποιήσουν / θα διεθνοποιήσουνε / θα διεθνοποιούν / θα διεθνοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω διεθνοποιήσει | έχεις διεθνοποιήσει | έχει διεθνοποιήσει | έχουμε διεθνοποιήσει | έχετε διεθνοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διεθνοποιήσει | είχες διεθνοποιήσει | είχε διεθνοποιήσει | είχαμε διεθνοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διεθνοποιήσει / να διεθνοποιήσω / να διεθνοποιώ | να έχεις διεθνοποιήσει / να διεθνοποιήσεις / να διεθνοποιείς | να έχει διεθνοποιήσει / να διεθνοποιήσει / να διεθνοποιεί | να έχουμε διεθνοποιήσει / να διεθνοποιήσουμε / να διεθνοποιούμε | να έχετε διεθνοποιήσει / να διεθνοποιήσετε / να διεθνοποιείτε | να διεθνοποιήσουν / να διεθνοποιήσουνε / να διεθνοποιούν / να διεθνοποιούνε |
| Προστακτική | — | διεθνοποίει / διεθνοποίησε | — | — | διεθνοποιήστε / διεθνοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →