αποζημιώνω
•
- πληρώνω (με χρήμα ή αλλιώς) ή επανορθώνω για κάτι κακό που προξένησα σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποζημιώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀποζημιῶ < αρχαία ελληνική ζημιόω / ζημιῶ < ζημία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποζημιώνω | αποζημιώνεις | αποζημιώνει | αποζημιώνουμε | αποζημιώνετε | αποζημιώνουν / αποζημιώνουνε |
| Παρατατικός | αποζημίωνα | αποζημίωνες | αποζημίωνε | αποζημιώναμε | αποζημιώνατε | αποζημίωναν / αποζημιώναν / αποζημιώνανε |
| Αόριστος | αποζημίωσα | αποζημίωσες | αποζημίωσε | αποζημιώσαμε | αποζημιώσατε | αποζημίωσαν / αποζημιώσαν / αποζημιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποζημιώνω / θα αποζημιώσω | θα αποζημιώνεις / θα αποζημιώσεις | θα αποζημιώνει / θα αποζημιώσει | θα αποζημιώνουμε / θα αποζημιώσουμε | θα αποζημιώνετε / θα αποζημιώσετε | θα αποζημιώνουν / θα αποζημιώνουνε / θα αποζημιώσουν / θα αποζημιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποζημιώσει | έχεις αποζημιώσει | έχει αποζημιώσει | έχουμε αποζημιώσει | έχετε αποζημιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποζημιώσει | είχες αποζημιώσει | είχε αποζημιώσει | είχαμε αποζημιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποζημιώσει / να αποζημιώνω / να αποζημιώσω | να έχεις αποζημιώσει / να αποζημιώνεις / να αποζημιώσεις | να έχει αποζημιώσει / να αποζημιώνει / να αποζημιώσει | να έχουμε αποζημιώσει / να αποζημιώνουμε / να αποζημιώσουμε | να έχετε αποζημιώσει / να αποζημιώνετε / να αποζημιώσετε | να αποζημιώνουν / να αποζημιώνουνε / να αποζημιώσουν / να αποζημιώσουνε |
| Προστακτική | — | αποζημίωνε / αποζημίωσε | — | — | αποζημιώνετε / αποζημιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →