ζημιώνω
•
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον ζημιά, συνήθως οικονομική Βικιλεξικό
- αμετάβατοέχω περισσότερα έξοδα από ό,τι έσοδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζημιώνω < αρχαία ελληνική ζημιῶ < ζημία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζημιώνω | ζημιώνεις | ζημιώνει | ζημιώνουμε | ζημιώνετε | ζημιώνουν / ζημιώνουνε |
| Παρατατικός | ζημίωνα | ζημίωνες | ζημίωνε | ζημιώναμε | ζημιώνατε | ζημίωναν / ζημιώναν / ζημιώνανε |
| Αόριστος | ζημίωσα | ζημίωσες | ζημίωσε | ζημιώσαμε | ζημιώσατε | ζημίωσαν / ζημιώσαν / ζημιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ζημιώνω / θα ζημιώσω | θα ζημιώνεις / θα ζημιώσεις | θα ζημιώνει / θα ζημιώσει | θα ζημιώνουμε / θα ζημιώσουμε | θα ζημιώνετε / θα ζημιώσετε | θα ζημιώνουν / θα ζημιώνουνε / θα ζημιώσουν / θα ζημιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζημιώσει | έχεις ζημιώσει | έχει ζημιώσει | έχουμε ζημιώσει | έχετε ζημιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζημιώσει | είχες ζημιώσει | είχε ζημιώσει | είχαμε ζημιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζημιώσει / να ζημιώνω / να ζημιώσω | να έχεις ζημιώσει / να ζημιώνεις / να ζημιώσεις | να έχει ζημιώσει / να ζημιώνει / να ζημιώσει | να έχουμε ζημιώσει / να ζημιώνουμε / να ζημιώσουμε | να έχετε ζημιώσει / να ζημιώνετε / να ζημιώσετε | να ζημιώνουν / να ζημιώνουνε / να ζημιώσουν / να ζημιώσουνε |
| Προστακτική | — | ζημίωνε / ζημίωσε | — | — | ζημιώνετε / ζημιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →